ρυάκι

το
-ιού, μικρό ρέμα νερού.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ρυάκι — Oνομασία 2 οικισμών. 1. Oρεινός οικισμός (υψόμ. 1.100 μ.) του νομού Ευρυτανίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Μεσοκώμης. 2. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 760 μ.) του νομού Κοζάνης. Είναι έδρα του ομώνυμου δήμου (18 τ. χλμ.). * * * το / ῥυάκιον, ΝΜΑ,… …   Dictionary of Greek

  • ῥύακι — ῥύᾱκι , ῥύαξ rushing stream masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Tsakonian language — language name=Tsakonian nativename=Τσακωνικά Tsakōniká familycolor=Indo European states=Greece region=Eastern Peloponnese around Mount Parnon speakers=300 2,000 fluent fam2=Greek fam3=Doric iso2=ine|iso3=tsdTsakonian, Tzakonian or Tsakonic (Greek …   Wikipedia

  • Πελοπόννησος — I Ιστορική και γεωγραφική περιοχή της Ελλάδας, η νοτιότερη και μεγαλύτερη χερσόνησος της χώρας και η νοτιότερη της Ευρώπης. Εκτείνεται μεταξύ των παραλλήλων 38° 20’ (ακρωτήριο Δρέπανο) και 36° 23’ (ακρωτήριο Ταίναρο) και των μεσημβρινών 210° 10’… …   Dictionary of Greek

  • ακελάρυστος — η, ο [κελαρύζω] αυτός που δεν κελαρύζει «ακελάρυστο ρυάκι» …   Dictionary of Greek

  • απορροή — Η εκροή, η ρεύση· η προέλευση· η αναθυμίαση· η έκλυση. (Γεωλ.) Η άμεση ροή των επιφανειακών νερών (από βροχή ή χιόνι) εξαιτίας πλευρικών επιφανειών, κλιτύων κλπ. Με την α. τα επιφανειακά νερά καταλήγουν στα ποτάμια και τις λίμνες και έπειτα στη… …   Dictionary of Greek

  • ασπροπόταμος — I Άλλη ονομασία για τον ποταμό Αχελώο (βλ. λ.). II Παράλιος οικισμός (υψόμ. 10 μ., 36 κάτ.) στην πρώην επαρχία Μυτιλήνης του νομού Λέσβου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Μανταδάμου. * * * ο και πόταμο, το ποτάμι ή ρυάκι που έχει άσπρα χαλίκια στην …   Dictionary of Greek

  • δεξαμενή — Χτιστή αποθήκη, συχνά υπόγεια, όπου περισυλλέγεται και διατηρείται το βρόχινο νερό που προέρχεται από συλλεκτήριες επιφάνειες, όπως στέγες, πλακοστρωμένες αυλές κλπ. Χρησιμοποιείται κυρίως στους τόπους όπου η υδροληψία με άλλες μεθόδους είναι… …   Dictionary of Greek

  • λίβος — (I) λίβος, τὸ (Α) 1. σταλαγμός, σταλαγματιά 2. είδος κολλυρίου 3. στον πληθ. τὰ λίβη ή λίβεα τα δάκρυα. [ΕΤΥΜΟΛ. < *λίψ, λιβός «ρεύμα, ρυάκι» με αναβιβασμό τού τόνου]. (II) λίβος, τὸ (Α) είδος πίτας από μέλι που προσφερόταν στους θεούς.… …   Dictionary of Greek

  • λειψερός — ή, ό 1. ελλιπής, με ελλείψεις 2. (για πρόσ.) διανοητικά ανάπηρος, πνευματικά ανεπαρκής, ανισόρροπος 3. (για ποταμό, ρυάκι ή πηγή) αυτός που έχει λίγο νερό 4. (για τα ετήσια βρόχινα ύδατα) ανεπαρκής, όχι άφθονος 5. (για βιοτικούς πόρους) πενιχρός …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.